Tι είναι το EMDR;  

Η πρωτοποριακή μέθοδος EMDR είναι μια περιεκτική ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Συνδυάζει αρμονικά πολλά επιτυχή στοιχεία από διάφορες αποτελεσματικές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις όπως: τη γνωσιακή-συμπεριφορική, τη ψυχοδυναμική, τη διαπροσωπική θεραπευτική προσέγγιση, τη βιωματική καθώς και τη σωματική ψυχοθεραπεία. Η θεραπεία EMDR εφαρμόζει δομημένα θεραπευτικά πρωτόκολλα, τα οποία είναι ειδικά σχεδιασμένα, ώστε να επαυξάνουν τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα. Η ψυχοθεραπεία EMDR είναι μία θεραπεία διεργασίας πληροφοριών και χρησιμοποιεί μία προσέγγιση οκτώ φάσεων για την αντιμετώπιση πολλών βιωματικών συνισταμενών και ένα πλατύ φάσμα παθολογίας. Τα αρχικά EMDR σημαίνουν στην αγγλική γλώσσα Eye Movement Desensitization and Reprocessing, όρος που αποδίδεται στα ελληνικά ως «απευαισθητοποίηση και επανεπεξεργασία μέσω οφθαλμικών κινήσεων».

Εμπνεύστρια της μεθόδου EMDR είναι η Αμερικανίδα ψυχολόγος και επιστημονική ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ψυχικής Έρευνας στο Palo Alto της Καλιφόρνια, Francine Shapiro. Η ιδέα προέκυψε από μία τυχαία προσωπική εμπειρία της, ενώ στη συνέχεια θεμελιώθηκε από την ίδια (1987). Κατόπιν η μέθοδος EMDR τεκμηριώθηκε μέσα από εκατοντάδες επιστημονικές έρευνες. Η Francine Shapiro έχει ιδρύσει και είναι επίτιμη Πρόεδρος των Προγραμμάτων Ανθρωπιστικής Βοήθειας EMDR (Humanitarian Assistance Programs – EMDR – HAP), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού, που προσφέρει βοήθεια σε θύματα φυσικών καταστροφών και παρέχει εκπαίδευση σε ειδικούς σε όλο τον κόσμο. Η Francine Shapiro, συγγραφέας πάνω από 60 επιστημονικών δημοσιεύσεων, άρθρων και βιβλίων σχετικών με το EMDR έχει τιμηθεί από την Ψυχολογική Ένωση της Καλιφόρνιας ΑΡΑ με το Βραβείο Διακεκριμένου Επιστημονικού Επιτεύγματος στην Ψυχολογία.

Εφαρμογές  

Η μέθοδος EMDR είναι μία δομημένη θεραπευτική διαδικασία, η οποία πραγματοποιείται σε 8 βασικές φάσεις. Στοχεύει αρχικά στην επεξεργασία παρελθοντικών στρεσσογόνων ή τραυματικών βιωμάτων, τα οποία πιθανόν να οδήγησαν σε μια πλειάδα από συμπτώματα και προβλήματα. Στη συνέχεια, θεραπευόμενος και θεραπευτής θέτουν ως στόχο επεξεργασίας καταστάσεις του παρόντος, οι οποίες πυροδοτούν δυσλειτουργικές πεποιθήσεις, συναισθήματα και σωματικά συμπτώματα, ενώ η θεραπεία ολοκληρώνεται με την εγκαθίδρυση θετικών μοτίβων συμπεριφοράς για το μέλλον, θέτοντας με αυτόν τον θεραπευτικό κύκλο τις βάσεις για την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας.  Η θεραπευτική διαδικασία αποτελείται από συγκεκριμένα πρωτόκολλα, ενώ ένα βασικό της στοιχείο είναι τα διεστιακά (αμφίπλευρα)αισθητηριακά ερεθίσματα (οπτικά, ακουστικά, απτικά), τα οποία αποτελούν καινοτομία της μεθόδου. Κατά τη διάρκεια των φάσεων θεραπευτικής επεξεργασίας ο θεραπευόμενος εστιάζει την προσοχή του σε στρεσσογόνες αναμνήσεις, ενώ ταυτόχρονα καλείται να παρακολουθήσει τα διεστιακά αυτά ερεθίσματα. Τα αισθητηριακά αμφίπλευρα ερεθίσματα ενισχύουν συνειρμικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα ο θεραπευόμενος να βιώνει αλλαγές σε επίπεδο γνωστικό, συναισθηματικό, νευροφυσιολογικό και σωματικών αισθήσεων.

Η θεραπεία EMDR έχει βοηθήσει με επιτυχία περισσότερο από ένα εκατομμύριο ανθρώπους που αντιμετώπιζαν ψυχολογικές δυσκολίες, οι οποίες είχαν σαν πηγή τους κάποιο είδος τραυματικής εμπειρίας.  Αφορμή μιας τραυματικής εμπειρίας μπορεί να είναι ένα οποιοδήποτε πραγματικό στρεσσογόνο γεγονός, όπως πόλεμος, αιχμαλωσία, φυσική καταστροφή, βίαιη επίθεση, ατύχημα, σωματική ή λεκτική κακοποίηση, απώλεια αγαπημένου προσώπου, σοβαρές ασθένειες. Η Francine Shapiro υποστηρίζει ότι το EMDR μπορεί να ενιχύσει το άτομο να ξεπεράσει ψυχικά οποιοδήποτε στρεσσογόνο γεγονός ή κατάσταση νιώθει ότι υπερβαίνει τις ψυχικές του αντοχές και τις εσωτερικές του δυνάμεις. Μέσα σε ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο, με την βοήθεια του ειδικού, ο θεραπευόμενος μπορεί να ξεπεράσει την ταραχή, τον πόνο, η το ψυχολογικό σοκ που βίωσε, είτε πρόκειται για ένα μοναδικό τραυματικό γεγονός ή για πολλαπλά τραυματικά γεγονότα που διήρκεσαν ακόμη και χρόνια.  Στόχος της μεθόδου EMDR είναι «η μετατροπή μιας δυσλειτουργικής αφομοίωσης μιας τραυματικής εμπειρίας σε λειτουργική μέσα σε ένα ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο. Δεν αρκείται απλώς στην εξάλειψη των συμπτωμάτων και στην απόσβεση τυχόν εξαρτημένων αντιδράσεων (conditioning), κυρίως αποβλέπει στην επεξεργασία της αρνητικής εμπειρίας, η των δυσλειτουργικών σκέψεων και συναισθημάτων, σε επίπεδο ψυχολογικό, σωματικό και νευροφυσιολογικό». Η μέθοδος EMDR διεξάγεται μόνο από εκπαιδευμένους ειδικούς ψυχικής υγείας (ψυχολόγους, ψυχιάτρους) και προϋποθέτει μία βασική ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, ενώ η σωστή εφαρμογή της απαιτεί αρκετή κλινική εμπειρία.  

Ενδείξεις  

Εκτός από περιπτώσεις μετατραυματικών διαταραχών κάθε είδους, η μέθοδος EMDR εφαρμόζεται με επιτυχία σε φοβίες, κρίσεις πανικού και αγχώδεις διαταραχές, σε κατάθλιψη, εξαρτήσεις, ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές, αλλά και σε περιπτώσεις χρόνιου πόνου ή σοβαρών ασθενειών για την αντιμετώπιση των ψυχολογικών τους επιπτώσεων. Υπάρχουν επίσης θετικές αναφορές για την αποτελεσματικότητα της μεθόδου σε διαταραχές προσωπικότητας. Τέλος, μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία σε θέματα βελτίωσης επιδόσεων αθλητών, ηθοποιών και performers. H μέθοδος EMDR διεξάγεται σε ατομικές ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες και εφαρμόζεται σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά.

Αποτελεσματικότητα

Η EMDR είναι μια απο τις πιο εμπεριστατωμένες -σε επίπεδο έρευνας- και αποτελεσματικές ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις για την Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (American Psychiatric Association, 2004). Από το 1989, έχουν γίνει περίπου 20 ελεγχόμενες μελέτες (μεταξύ αυτών, Carlson et al., 1998; Edmond et al., 1999; Ironson et al., 2002; Lee et al., 2002;Marcus et al., 1997. 2004; Power et al., 2002; Rothbaum 1997,; Scheck et al., 1998; Taylor et al., 2003; Wilson et al., 1995. 1997). Αποτελέσματα από μετα-αναλύσεις αναφέρουν ότι η EMDR υπερέχει σε σχέση με μη-θεραπεία και σε σχέση με μη εξειδικευμένες θεραπείες και έχει ανάλογα αποτελέσματα με άλλες γνωσιακές – συμπεριφορικές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις (Davidson & Parker, 2001, Maxfield & Hyer, 2002, Bradley et al, 2005).

Εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι η EMDR είναι μια από τις πιο αποτελεσματικές μεθόδους θεραπείας της διαταραχής μετατραυματικού στρες και ότι είναι πιο αποτελεσματική από άλλες θεραπείες τραύματος (Van Etten & Taylor, 1998; Power et al., 2002; Jaberghaderi et al., 2004; Rothbaum & Marsteller, 2005).  Μελέτες υποδεικνύουν ότι η EMDR μπορεί να είναι αποτελεσματική στη θεραπεία διαφόρων ψυχικών διαταραχών, μεταξύ αυτών ειδικών φοβιών (De Jongh et al., 1999. 2002), άγχους επίδοσης (Maxfield & Melnyk, 2000), διαταραχής πανικού (Goldstein & Feske, 1994), δυσμορφοφοβική διαταραχή (Brown, McGoldrick, & Buchanan, 1997), συμπτώματα Τραύματος στα παιδιά (Chemtob et al, 2002), επιπλεγμένο πένθος (Sprang, 2001) και χρόνιου πόνου (Grant & Threlfo, 2002).

Η μέθοδος EMDR εφαρμόζεται απο πολλούς οργανισμούς και υπηρεσίες για τη θεραπεία του τραύματος. Το έγγραφο «Practice Guideline for the Treatment of Patients with Acute Stress Disorder and Posttraumatic Stress Disorder» της American Psychiatric Association (2004) δίνει στην EMDR ίση αναγνώριση με τη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία ως αποτελεσματική θεραπεία για τη βελτίωση συμπτωμάτων της οξείας και χρόνιας διαταραχής μετατραυματικού στρες.  Το Department of Veterans Affairs και το Department of Defense στις ΗΠΑ, τοποθετούν την EMDR στην υψηλότερη κατηγορία προτεινόμενων θεραπειών της διαταραχής μετατραυματικού στρες (Clinical Practice Guidelines, 2004). Επιπλέον, η International Society for Traumatic Stress Studies (ISTSS) θεωρεί την EMDR στοχευμένη θεραπεία για το μετατραυματικό στρες (Chemtob et al, 2000). Ομάδα εργασίας της American Psychological Association (Clinical Division) διαπίστωσε ότι η EMDR είναι μία από τις τρεις μόνο μεθόδους που υποστηρίζονται εμπειρικά για τη θεραπεία των ατόμων με διαταραχή μετατραυματικού στρες (1998).

Η EMDR θεωρείται ενδεδειγμένη μέθοδος θεραπείας τραύματος από πολλούς διεθνείς οργανισμούς υγείας και κρατικούς φορείς, όπως το Υπουργείο Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας (2001), το Εθνικό Συμβούλιο Ψυχικής Υγείας του Ισραήλ (2002), την Εθνική Επιτροπή Ψυχικής Υγείας της Ολλανδίας (2003), το Γαλλικό Ινστιτούτο Ιατρικής Έρευνας (2004), Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κλινικών Διακρίσεων (2005),την Επιτροπή Ιατρικού Προγραμματισμού της Σουηδίας (2003), κ.α.

Close Menu